ευκαιρώ

(ΑΜ εὐκαιρῶ, -έω) [εύκαιρος]
έχω ή βρίσκω ευκαιρία, έχω ελεύθερο χρόνο
μσν.
1. είμαι ή μένω άδειος
2. πετυχαίνω
μσν.-αρχ.
βρίσκομαι κάπου τυχαία
αρχ.
1. ευτυχώ, ευημερώ («εὐκαιροῡντάς γε δὴ καὶ δυναμένους», Πολ.)
2. είμαι επίκαιρος
3. φρ. «εὐκαιρῶ τινι ή εἴς τι» — αφιερώνω τον καιρό μου σε κάτι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευκαιρώ — ευκαιρώ, ευκαίρησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευκαιρώ — ευκαίρησα, έχω χρόνο στη διάθεσή μου, αλλ. αδειάζω: Την εβδομάδα αυτή δεν ευκαιρώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευκαιρώ — [ефкеро] р. иметь время …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εὐκαιρῶ — εὐκαιρέω have opportunity pres subj act 1st sg (attic epic doric) εὐκαιρέω have opportunity pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκαίρῳ — εὔκαιρος well timed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φκαιραίνω — Ν (διαλ. τ.) ευκαιρώ, αδειάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευκαιρώ (πρβλ. φτηνός: ευθηνός)] …   Dictionary of Greek

  • αδειάζω — (Μ ἀδειάζω) έχω ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου, ευκαιρώ νεοελλ. 1. αφαιρώ το περιεχόμενο από κάτι, εκκενώνω 2. αδειάζω από το περιεχόμενό μου, εκκενώνομαι 3. ερημώνομαι 4. αφαιρώ το περιεχόμενο από κάτι μεταφέροντάς το αλλού 5. φρ. «άδειασέ μας… …   Dictionary of Greek

  • ευκαίρημα — εὐκαίρημα, τὸ (Α) [ευκαιρώ] καθετί που γίνεται στην κατάλληλη περίσταση …   Dictionary of Greek

  • ευκαίριμος — εὐκαίριμος, ον (ΑΜ) [ευκαιρώ] αυτός που γίνεται σε εύθετο χρόνο, στην κατάλληλη εποχή …   Dictionary of Greek

  • ευκαιρητής — εὐκαιρητής, ὁ (Μ) [ευκαιρώ] αυτός που εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.